Με απόφαση του υπουργού αγροτικής ανάπτυξης και τροφίμων κ. Βορίδη καθορίζεται η γεωγραφική περιοχή και οι λεπτομέρειες του εαρινού προγράμματος ενεργητικής επιτήρησης της λύσσας.

Ορίστηκαν οι Περιφερειακές Ενότητες (Π.Ε.) της χώρας στις οποίες θα διενεργηθεί το πρόγραμμα του δια του στόματος εμβολιασμού των αλεπούδων κατά της λύσσας την άνοιξη του 2020. Οι Περιφερειακές Ενότητες απεικονίζονται στον Χάρτη 1 (επισημασμένες με χρώμα περιοχές) και είναι οι ΠΕ Θεσσαλονίκης, Χαλκιδικής, Κιλκίς, Σερρών, Πέλλας, Ημαθίας, Πιερίας, Κοζάνης, Γρεβενών, Καστοριάς, Φλώρινας, Ιωαννίνων, Λάρισας, Τρικάλων, Καρδίτσας, Άρτας, Ροδόπης, Ξάνθης, Έβρου, Καβάλας, Δράμας και οι περιοχές των ΠΕ Ευρυτανίας, Πρεβέζης και Αιτωλοακαρνανίας που βρίσκονται σε ακτίνα 50km γύρω από εντοπισμένα κρούσματα Λύσσας. Η συνολική έκταση όπου θα διενεργηθούν εναέριοι εμβολιασμοί εκτιμάται ότι θα είναι περίπου 60.477,34 km2.

Εκτός από τις Περιφερειακές Ενότητες που απεικονίζονται στον χάρτη και αναφέρονται στον πίνακα, ο αντιλυσσικός εμβολιασμός επεκτείνεται κατά περίπτωση σε απόσταση ακτίνας πενήντα (50) χιλιομέτρων γύρω από το σημείο εντοπισμού θετικών κρουσμάτων, όπως αυτά εμφανίστηκαν έως και τον Μάιο του 2014, εφόσον αυτές οι περιοχές δεν περιλαμβάνονται ήδη στην καθορισμένη, με την παρούσα απόφαση, περιοχή εμβολιασμού.

Ο εμβολιασμός θα πραγματοποιηθεί με δολώματα φέροντα εμβόλιο κατά της λύσσας και η διασπορά τους θα γίνει με ρίψη από αέρος. Υπολογίζεται η διασπορά 25 δολωμάτων ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο επιφάνειας (τουλάχιστον 20 δολώματα/km2).

Εμβολιασμός δε θα διενεργηθεί σε κατοικημένες αστικές και περιαστικές περιοχές, μεγάλα οδικά δίκτυα και λίμνες.

Η εποπτεία του προγράμματος εμβολιασμού των κόκκινων αλεπούδων διενεργείται σε καθημερινή βάση κατά την διάρκεια της εμβολιακής καμπάνιας από υπάλληλο του Τμήματος Ζωοανθρωπονόσων της Διεύθυνσης Υγείας των Ζώων του ΥΠΑΑΤ, με τη συνδρομή των αρμόδιων Κτηνιατρικών Αρχών των περιοχών εμβολιασμού ή των περιοχών όπου εδρεύουν οι αερολέσχες εκκίνησης των αεροσκαφών.

Για την αξιολόγηση του προγράμματος και τον έλεγχο της αποτελεσματικότητας των εμβολιασμών και της επιτυχούς ανοσοποίησης των ζώων-στόχων, ξεκινά ένα (1) μήνα μετά το πέρας των εμβολιασμών «ενεργητική επιτήρηση», η οποία βασίζεται στην θανάτωση και εργαστηριακή εξέταση ενός αριθμού κόκκινων αλεπούδων. Ο αριθμός αυτός καθορίζεται βάσει επιδημιολογικών μελετών και αντιστοιχεί σε 4 ζώα/100 km²/έτος, στην περιοχή εφαρμογής του εμβολιαστικού προγράμματος και μόνο.
Ο αριθμός των ζώων που πρέπει να εξετασθούν ανά ΠΕ μετά τους εναέριους εμβολιασμούς του Μαΐου 2020, θα καθοριστεί με εγκύκλιο του Τμήματος Ζωοανθρωπονόσων μετά την ολοκλήρωση των εμβολιασμών.
Ο απαιτούμενος αριθμός ανά 100 km² δειγμάτων-ζώων προς συλλογή που αφορούν στην ενεργητική επιτήρηση κατανέμεται με τρόπο ώστε να προέρχεται από όλη την έκταση των Περιφερειακών Ενοτήτων όπου πραγματοποιούνται οι εμβολιασμοί της άγριας πανίδας και όχι από το ίδιο σημείο ή από γειτονικά σημεία.

Η συλλογή των ζώων-δειγμάτων στο πλαίσιο της ενεργητικής επιτήρησης θα γίνεται από τα συνεργεία δίωξης που έχουν συγκροτηθεί στις δασικές υπηρεσίες των αποκεντρωμένων διοικήσεων σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στον Δασικό Κώδικα, στην υπ’αριθ. 331/10301/25-01-2013 (ΦΕΚ 198/Β/2013) Kοινή Yπουργική Aπόφαση για το «Πρόγραμμα επιτήρησης και καταπολέμησης της λύσσας στην Ελλάδα» όπως ισχύει και στην υπ’αριθ. 127724/784/06-03-2013 εγκύκλιο της Ειδικής Γραμματείας Δασών, τηρώντας τα απαραίτητα μέτρα βιοασφάλειας (γάντια, φόρμες κλπ).
Κατά παρέκκλιση, η συλλογή αίματος είναι δυνατό να διενεργείται και από τους φύλακες θήρας, κατόπιν κατάλληλης ενημέρωσης/εκπαίδευσης από τους Κτηνιάτρους των αρμόδιων Τμημάτων Κτηνιατρικής των Περιφερειακών Ενοτήτων ή από άλλους φορείς και, εφόσον χρειασθεί, σε συνεργασία με τους κτηνιάτρους της αρμόδιας Κτηνιατρικής Υπηρεσίας της περιοχής.

Οι αρμόδιοι κτηνίατροι που θα λάβουν τα απαραίτητα δείγματα από τα ζώα, στο πλαίσιο της αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας των εμβολιασμών, θα ενημερώνονται τηλεφωνικά από την προηγούμενη ημέρα για την ακριβή ημέρα και ώρα εξόδου του συνεργείου, προκειμένου να βρίσκονται σε ετοιμότητα για τη δειγματοληψία του αίματος και της κεφαλής του ζώου που θανατώνεται μόλις ειδοποιούνται από τα συνεργεία δίωξης. Οι αρμόδιες κτηνιατρικές αρχές οφείλουν να υποδείξουν στις κατά τόπους δασικές υπηρεσίες και θηροφύλακες, τους χώρους όπου θα προσκομίζονται τα θανατωμένα ζώα, προκειμένου να διενεργείται εν συνεχεία η αιμοληψία και η αποκοπή της κεφαλής από τον κτηνίατρο της αρμόδιας Κτηνιατρικής Υπηρεσίας της περιοχής,  σύμφωνα με τις οδηγίες και τα μέτρα Βιοασφάλειας των Παραρτημάτων της υπ’ αριθ.  331/10301/25-01-2013 (ΦΕΚ 198/Β’/2013) Κοινής Υπουργικής Απόφασης, όπως ισχύει.
Τα δείγματα (αίμα και κεφαλές ζώων) στη συνέχεια θα αποστέλλονται άμεσα με ταχυμεταφορέα στο Εθνικό Εργαστήριο Αναφοράς για τη Λύσσα στα ζώα, συσκευασμένα σε κατάλληλες ασφαλείς συσκευασίες και συνοδευόμενα με τα κατάλληλα συνοδευτικά έγγραφα (Παράρτημα Α).
Η συλλογή αίματος θα γίνεται με αιμοληψία από την καρδιά, το συντομότερο δυνατόν μετά τη θανάτωση του ζώου. Η αιμοληψία θα διενεργείται μόνο από άτομα που έχουν εμβολιασθεί έναντι του ιού της λύσσας. Η ποσότητα που απαιτείται είναι τουλάχιστον πέντε (5) ml αίματος, το οποίο συλλέγεται σε φιαλίδια χωρίς αντιπηκτικό και τοποθετείται άμεσα σε ψύξη, όπου και διατηρείται μέχρι και την αποστολή του στο εργαστήριο. Η σήμανση των φιαλιδίων (κωδικός δείγματος, ημερομηνία θανάτωσης) οφείλει να είναι ευκρινής. Για την αποφυγή της αιμόλυσης του δείγματος, συνιστάται η φυγοκέντρηση του δείγματος και ο διαχωρισμός του ορού.
Σε περίπτωση που δεν είναι εφικτή η άμεση μεταφορά των αιμοδειγμάτων στο Εθνικό Εργαστήριο Αναφοράς για τη λύσσα στα ζώα (ΕΕΑ) και προκειμένου να αποφευχθεί πιθανή αιμόλυση των δειγμάτων, αυτά θα αποστέλλονται στα πλησιέστερα Κτηνιατρικά Εργαστήρια του ΥΠΑΑΤ προκειμένου να διενεργηθεί φυγοκέντρηση και να απομονωθεί ο ορός. Τα δείγματα ορού θα τοποθετούνται σε ειδικούς περιέκτες χωρητικότητας 1500μl (τύπου eppendorf) και εν συνεχεία θα φυλάσσονται υπό κατάψυξη (-20οC), ενώ σε εβδομαδιαία βάση θα αποστέλλονται συγκεντρωτικά στο Εθνικό Εργαστήριο Αναφοράς για τη λύσσα στα ζώα (ΕΕΑ) Σε αυτήν την περίπτωση, τα δείγματα ορού θα αποστέλλονται με ταχυμεταφορέα, από το εκάστοτε Κτηνιατρικό Εργαστήριο στο ΕΕΑ (τελικός προορισμός), συνοδευόμενα από τα αντίστοιχα συνοδευτικά έγγραφα (Παράρτημα A)

Εφόσον δεν είναι εφικτή η συλλογή αίματος από την καρδιά του ζώου, ο δειγματολήπτης κτηνίατρος δύναται να εμποτίζει ειδικό διηθητικό χαρτί με αίμα (πχ από την πληγή του ζώου ή κατά την διαδικασία της αποκοπής της κεφαλής) και να το εσωκλείει σε νάιλον σακουλάκι, το οποίο κλείνει ασφαλώς με zip (zipper bags). Το δείγμα θα τοποθετείται εν συνεχεία σε φάκελο και κατά την αποστολή της κεφαλής του ζώου θα τοποθετείται εξωτερικά της δεύτερης συσκευασίας. Το διηθητικό χαρτί πρέπει:
α) να είναι αυτό που προβλέπεται βάσει των οδηγιών που προσκομίζονται από το Τμήμα Ζωοανθρωπονόσων, και όχι άλλου τύπου,
β) να εμποτίζεται σε όλη την επιφάνειά του επαρκώς,
γ) να μη διαιρείται προκειμένου να χρησιμοποιηθεί σε περισσότερες της μιας αλεπούς.
Τέλος ο δειγματολήπτης κτηνίατρος δύναται να προσκομίζει πήγμα αίματος (το οποίο λαμβάνεται κατά την αποκοπή της κεφαλής της αλεπούς) ή αποξηραμένο πήγμα αίματος, εφόσον δεν είναι εφικτή η συλλογή αίματος από την καρδιά. Το αποξηραμένο πήγμα αίματος πρέπει να τοποθετείται σε αποστειρωμένο φιαλίδιο ή ουροσυλλέκτη και να αποστέλλεται στο ΕΕΑ άμεσα. Το φρέσκο πήγμα πρέπει επίσης να τοποθετείται σε αποστειρωμένο φιαλίδιο ή ουροσυλλέκτη, να διατηρείται στο ψυγείο μέχρι την αποστολή του και να αποστέλλεται με παγοκύστεις στο ΕΕΑ, ώστε να μην διακόπτεται η ψυχρή αλυσίδα.
ΠΡΟΣΟΧΗ: H σήμανση του φιαλιδίου που περιέχει το αίμα ή τον ορό (κατόπιν φυγοκέντρησης του αίματος), ή του περιέκτη που περιέχει το εμποτισμένο με αίμα διηθητικό χαρτί θα πρέπει να είναι όμοια με εκείνη που θα δίνεται στο κεφάλι που λαμβάνεται από το ίδιο ζώο. Εφόσον υπάρχει δυνατότητα αποθήκευσης των κεφαλών των αλεπούδων σε καταψύκτες από τις Περιφερειακές Κτηνιατρικές Αρχές, μπορεί να διενεργείται αποστολή αυτών στο ΕΕΑ, σε εβδομαδιαία βάση.
Σε κάθε περίπτωση, προκειμένου να διενεργηθεί η αποστολή των δειγμάτων, πρέπει να προηγείται τηλεφωνική επικοινωνία με το ΕΕΑ.

Θέματα που αφορούν στη λειτουργία των συνεργείων δίωξης (αριθμός και υποστήριξη συνεργείων, ωράριο, τρόπος λειτουργίας, συντονισμός) ρυθμίζονται σε τοπικό επίπεδο από την οικεία Δασική Αρχή σε συνεργασία με τον Κυνηγετικό Σύλλογο, με κριτήριο την αύξηση του αριθμού δειγμάτων και την κατανομή τους με ομοιογενή τρόπο στη συνολική έκταση εμβολιασμού.
Εκτός της κυνηγετικής περιόδου, η θανάτωση και συλλογή δειγμάτων αλεπούδων, στο πλαίσιο της αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας των εμβολιασμών, διενεργείται αποκλειστικά από τα μέλη των συνεργείων δίωξης που έχουν ήδη συγκροτηθεί στις Δασικές Υπηρεσίες κάθε Π.Ε. εφαρμογής του Προγράμματος Εμβολιασμού.
Στην περίπτωση αυτή η αρμόδια Δ/νση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας εκδίδει σχετική άδεια για τη χρήση των όπλων και τη συλλογή των δειγμάτων, η οποία αφορά στις Περιφερειακές Ενότητες εμβολιασμού και μέχρι τον προβλεπόμενο αριθμό δειγμάτων σύμφωνα με τη διάρκεια του προγράμματος αξιολόγησης.
Όταν οι κυνηγοί και οι ιδιωτικοί φύλακες θήρας των Κυνηγετικών Ομοσπονδιών συνδράμουν στην
προσκόμιση δειγμάτων, εντός της κυνηγετικής περιόδου, είτε αυτόνομα, είτε ως μέλη συνεργείων
δίωξης, θα πρέπει να έχουν άδεια θήρας σε ισχύ.

Αμέσως μετά τη θανάτωση των αλεπούδων και σε συνεννόηση με τον κτηνίατρο της κτηνιατρικής υπηρεσίας της περιοχής, οι κυνηγοί θα μεταφέρουν τα θανατωμένα ζώα, λαμβάνοντας τα απαραίτητα μέτρα βιοασφάλειας (υπ’ αριθμ. 331/10301-25/01/2013 (ΦΕΚ 198/Β’/2013) Κοινή Υπουργική Απόφαση, όπως ισχύει) και χρησιμοποιώντας κατάλληλη συσκευασία, σε χώρο που θα τους υποδείξει η Τοπική Κτηνιατρική Αρχή. Για καλύτερη προετοιμασία, οι κυνηγοί, την προηγούμενη ημέρα της εξόδου τους, ενημερώνουν τηλεφωνικά τις τοπικές κτηνιατρικές υπηρεσίες για την έξοδο προς συλλογή δειγμάτων, προμηθεύονται από εκεί τα απαραίτητα υλικά συσκευασίας για τα ζώα που θανατώνουν (γάντια, μάσκες, σακούλες κλπ) και τους παρέχεται οποιαδήποτε απαραίτητη ενημέρωση για τον τρόπο συλλογής των ζώων στο πλαίσιο της αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας των εμβολιασμών της άγριας πανίδας. Κατόπιν της συλλογής, ενημερώνουν τηλεφωνικά την Τοπική Κτηνιατρική Αρχή προκειμένου να γίνει η παραλαβή των δειγμάτων από τον αρμόδιο κτηνίατρο.


(Στοιχεία Επικοινωνίας με τις αρμόδιες ΠΕ, είναι αναρτημένα στον διαδικτυακό τόπο του ΥΠΑΑΤ, http://www.minagric.gr/)

Υπενθυμίζεται ότι οι αλεπούδες που συλλέγονται, θα πρέπει να ανήκουν στον υγιή πληθυσμό ζώων. Σκοπός είναι η κατά το δυνατόν ταχύτερη προσκόμιση των ζώων στους κτηνιάτρους των αρμόδιων κτηνιατρικών αρχών της κάθε περιοχής, ώστε να πραγματοποιούν άμεσα την αιμοληψία, την αποκοπή της κεφαλής, τη συσκευασία και την αποστολή στο Εθνικό Εργαστήριο Αναφοράς για τη Λύσσα στα ζώα.
Το θανατωμένο ζώο που συλλέγεται από τους κυνηγούς θα πρέπει να συνοδεύεται μέχρι και την παραλαβή του από την αρμόδια Τοπική Κτηνιατρική Υπηρεσία, από το «Έντυπο Αποστολής δειγμάτων από κυνηγούς για το Πρόγραμμα Αξιολόγησης της Αποτελεσματικότητας των εμβολιασμών της άγριας πανίδας έναντι του ιού της Λύσσας» (Παράρτημα Β της παρούσας), πλήρως συμπληρωμένο από τον κυνηγό. Εν συνεχεία, τα λοιπά έντυπα συμπληρώνονται από την αρμόδια Κτηνιατρική Αρχή και τα δείγματα κωδικοποιούνται βάσει της παρούσας Απόφασης.
Οι έξοδοι των κυνηγών προς αναζήτηση αλεπούδων θα πραγματοποιούνται κατόπιν συνεννόησής τους με τους Κυνηγητικούς Συλλόγους ή τις Ομοσπονδίες, οι οποίες θα ενημερώνονται τηλεφωνικά, σε εβδομαδιαία βάση, από τις τοπικές κτηνιατρικές υπηρεσίες για τον αριθμό των ζώων που έχουν συλλεχθεί, έτσι ώστε να μη γίνει υπέρβαση του ορίου των 4 ζώων ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο ανά έτος, σε κάθε Περιφερειακή Ενότητα εφαρμογής του Προγράμματος.

Η συλλογή του αίματος και της κεφαλής των ζώων θα πραγματοποιείται τηρώντας όλα τα απαιτούμενα μέτρα βιοασφάλειας, από τον/τους κτηνίατρο/ους της αρμόδιας Κτηνιατρικής Υπηρεσίας της Περιοχής μετά από την προσκόμιση αλεπούδων από τους κυνηγούς ή τα συνεργεία δίωξης.

Περισσότερες πληροφορίες για την εφαρμογή του προγράμματος εμβολιασμού των αλεπούδων, καθώς και για την εφαρμογή του προγράμματος της αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας των εμβολιασμών κατόπιν της ολοκλήρωσής τους, θα δοθούν με σχετική εγκύκλιο του Τμήματος Ζωοανθρωπονόσων της Διεύθυνσης Υγείας των Ζώων του ΥΠΑΑΤ σε όλους τους αρμόδιους φορείς και υπηρεσίες.
Η διαδικασία σχετικά με τις επιχορηγήσεις για τη συλλογή δειγμάτων στο πλαίσιο της εφαρμογής του Προγράμματος θα καθοριστεί στην υπό έκδοση Κοινή Υπουργική Απόφαση για την «Έγκριση προγράμματος οικονομικών αποζημιώσεων, ενισχύσεων και λειτουργικών δαπανών που προκύπτουν από την επιβολή κτηνιατρικών μέτρων εξυγίανσης του ζωικού κεφαλαίου της χώρας, (διερεύνηση, πρόληψη, επιτήρηση, έλεγχος, εκρίζωση, έκτακτες επεμβάσεις) στο πλαίσιο εφαρμογής των ισχυουσών ειδικών κτηνιατρικών διατάξεων, για το έτος 2020» των Υπουργών Οικονομικών και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων.

Ο εναέριος εμβολιασμός αναμένεται να ξεκινήσει εντός της πρώτης εβδομάδας του Μαΐου του 2020. Η έναρξη του προγράμματος αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας των εμβολιασμών ανά Περιφερειακή Ενότητα θα καθορισθεί με εγκύκλιο του Τμήματος Ζωοανθρωπονόσων.

kaliakouda

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ